1600-1700
Η Ανδρική
μόδα
17ος αιώνας
Μετά τον Τριακονταετή πόλεμο, η
ανδρική μόδα άλλαξε αισθητά . Το στρατιωτικό στυλ έδωσε τη θέση
του σε υπερβολές και κακογουστιές, που κατά την ταπεινή μου γνώμη,
έφταναν στα όρια του γελοίου. Το πανωφόρι αντικαταστάθηκε από ένα
μικροσκοπικό, εφαρμοστό χιτώνιο, ανοιχτό στο λαιμό, με μανίκια που
έφταναν έως τους αγκώνες, εξαιρετικά κοντό που τέλειωνε πάνω από
τη μέση, σαν τα σημερινά μπολερό ή τα σακάκια των ισπανών ματαντόρ
( ταυρομάχων). Οι κιλότες της ιππασίας έγιναν τόσο φαρδιές και
απέκτησαν σακούλες ώστε έμοιαζαν με φαρδιές φούστες. Αυτές οι
Rhinegraves ( τάφοι του Ρήνου) θεωρούνταν ολλανδική ή γερμανική
ανακάλυψη. Τα παντελόνια που ήταν εξαιρετικά φαρδιά - για την
κατασκευή τους χρησιμοποιούσαν μεγάλη ποσότητα υφάσματος-
μαζεύονταν κάτω από το γόνατο με δαντελωτές μπορντούρες, τις
αποκαλούμενες cannions Αυτή η μόδα έφτασε σε τέτοιες υπερβολές
ώστε τελικά οι άνδρες φορούσαν πραγματικά φούστες πάνω από τις
κιλότες της ιππασίας , που ονομάστηκαν « μεσοφόρια ιππασίας». Όλοι
οι μοντέρνοι κύριοι της εποχής φορούσαν αυτά τα « μεσοφόρια»,
αφήνοντάς τα να πέφτουν τόσο χαλαρά στους γοφούς, που θα έλεγε
κανείς ότι θα τους έπεφτε το παντελόνι.
Παρ’ όλα αυτά οι
Rhinegraves ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς στην αυλή του Λουδοβίκου του
14ου . Τις φορούσαν όλοι, ανεξαρτήτως ηλικίας, και τελικά
ξεπεράστηκαν το 1680. Μαζί με τα εξαιρετικά κοντά χιτώνια και τις
χαμηλοκάβαλες κιλότες ιππασίας φορούσαν ένα φαρδύ πουκάμισο.
Πολλές φορές αυτό το πουκάμισο ήταν το πιο σημαντικό κομμάτι
ολόκληρης της ενδυμασίας.
Επιπλέον, αμέτρητοι φιόγκοι στόλιζαν
τα χιτώνια , τις κιλότες και τα παπούτσια, που έμπαιναν κυρίως στη
ζώνη του παντελονιού, στους ώμους και στο στρίφωμα του σακακιού.
Στον κατάλογο ενός ράφτη που έχει διασωθεί και χρονολογείται γύρω
στο 1650 αναφέρεται ότι για ένα μοντέρνο κοστούμι χρειάζονται
περίπου 500-600 φιόγκοι, που στη Γαλλία ονομάζονταν galants.
Αλλά οι στρατιωτικές στολές θα επηρέαζαν και θα άλλαζαν
σημαντικά τη μόδα. Όταν δημιουργήθηκαν μόνιμα στρατεύματα, οι
στρατιώτες έχασαν το δικαίωμα να επιλέγουν μόνοι τους τα ρούχα
τους. Πριν ένας στρατιώτης υπηρετούσε και πληρωνόταν από
διαφορετικά στρατεύματα, αλλά πλέον υπήρχε ανάγκη να διακρίνονται
τα στρατεύματα τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και σε εμπόλεμη
κατάσταση. Έτσι ήταν απαραίτητο να υπάρχουν στολές για τους απλούς
στρατιώτες ενώ οι αξιωματικοί μπορούσαν να επιλέξουν μόνοι τους
την ενδυμασία τους. Αυτό επιτεύχθηκε με τη δημιουργία τεράστιων
κλωστοϋφαντουργιών στη Γαλλία που είχαν τα τεχνικά μέσα να
παράγουν και να προμηθεύουν τεράστιες ποσότητες υφασμάτων στο ίδιο
χρώμα και στην ίδια ποιότητα. Οι αξιωματικοί μετά από λίγο έχασαν
τη δυνατότητα επιλογής και αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν τη στολή
του στρατεύματος, συμπεριλαμβανομένου και του πιο υψηλόβαθμου
αρχηγού, του βασιλιά.
Έτσι το στρατιωτικό πανωφόρι έγινε πιο
κομψό και υιοθετήθηκε από την ανδρική μόδα της εποχής. Τα παλτά
των στρατιωτών μεταμορφώθηκαν σε στολή, όταν απέκτησαν σταθερό
κόψιμο, χρώμα και στολίδια ( κουμπιά, σιρίτια κτλ.). Ένα πολύ
σημαντικό στοιχείο διάκρισης των στρατευμάτων ήταν οι εξωτερικές
όψεις των υφασμάτων. Οι φόδρες που είχαν πάντα διαφορετικό χρώμα
από το εξωτερικό ύφασμα φαίνονταν μόνο όταν οι μανσέτες ήταν
γυρισμένες. Πολύ αργότερα, όταν άλλαξε το κόψιμο και προστέθηκαν
οι γιακάδες, οι φόδρες απέκτησαν το ίδιο χρώμα με το εξωτερικό
ύφασμα. Στις φούστες κάτω από το πανωφόρι που το ιππικό τις
φορούσε γυρισμένες προς τα έξω, πράγμα που μιμήθηκε αργότερα και
το πεζικό , φαίνονταν τα χρώματα του εξωτερικού υφάσματος. Υπήρχαν
κανόνες σε κάθε στράτευμα όσο αφορά στα χρώματα και τα σχέδια των
κεντημάτων, τα σιρίτια και τα κορδόνια, που κοσμούσαν τα πανωφόρια
των ανώτερων αξιωματικών και επένδυαν τις κουμπότρυπες. ( Για
περισσότερες πληροφορίες βλ. στο κεφάλαιο «Ο στρατός της Κίρκης».)