1600-1700
Ανδρικά
Παπούτσια και είδη υπόδησης
17ος αιώνας
Τα
παπούτσια και οι κάλτσες απέκτησαν μεγάλη σημασία, γιατί με την
έλευση των παλτών και των στενών παντελονιών η προσοχή εστιαζόταν
στα πόδια, και για άλλη μια φορά, - το ίδιο συνέβαινε στο μεσαίωνα
και στην ισπανική μόδα του 16ου αιώνα – έγιναν το επίκεντρο της
μόδας και του πρωτοκόλλου. Έτσι τα ανδρικά πόδια απέκτησαν και
πάλι αξία και οι άνδρες, και ειδικά ο Λουδοβίκος ο 14ος,
υπερηφανεύονταν για τα μακριά και καλλίγραμμα πόδια τους, αν είχαν
φυσικά τέτοια πόδια…
Οι κομψές κάλτσες φτιάχνονταν από μετάξι
και οι πιο περίτεχνες και ακριβές είχαν κεντήματα στους
αστραγάλους και στις φτέρνες. Και τα παπούτσια ήταν εξίσου κομψά:
οι τετράγωνες μύτες έγιναν πιο μακριές και ακόμα πιο τετράγωνες
και τα τακούνια πιο ψηλά.
Επειδή ο Λουδοβίκος ο 14ος ήταν
μάλλον κοντός, φορούσε τακούνια και σόλες από φελλό που
καλύπτονταν με κόκκινο δέρμα. Αυτά τα κόκκινα τακούνια και οι
σόλες με τα κόκκινα τελειώματα ήταν προνόμιο της γαλλικής
αριστοκρατίας μέχρι και τη Γαλλική Επανάσταση. Η διακόσμηση των
παπουτσιών ακολούθησε ανάλογη πορεία με αυτή των ρούχων. Τη
δεκαετία του ΄60 τα παπούτσια στολίζονταν με κορδέλες, ροζέτες
κτλ., μέχρι που τη δεκαετία του ΄70 ήρθαν στη μόδα οι αγκράφες. Το
’80 η μόνη διακόσμηση στα παπούτσια ήταν μια μικρή αγκράφα στο
πλάι. Οι μπότες θεωρούνταν ντεμοντέ και τις φορούσαν μόνο στο
στρατό και στην ιππασία, αλλά ποτέ μέσα στο σπίτι, όπως συνέβαινε
στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα. Το 1660, όταν Λουδοβίκος ο 14ος ,
ενήλικος πλέον, είχε κάνει το Παρίσι πρωτεύουσα του δυτικού
κόσμου, είναι χρονιά-ορόσημο που σηματοδοτεί την αρχή της γαλλικής
κυριαρχίας στο χώρο της μόδα. Οι άνδρες πλέον προτιμούν τα
παπούτσια από τις μπότες. Οι μπότες που φοριόνταν τη δεκαετία του
’60 ήταν μια υπερβολική εκδοχή των μαλακών και φαρδιών μποτών της
δεκαετίας του ’30. Πολύ αργότερα, το 1690, ήρθαν και πάλι στη μόδα
οι βαριές μπότες, που μέχρι τότε είχαν γίνει σκληρές και τις
φορούσαν μόνο στο στρατό και στη ιππασία και όχι ως υπόδημα
εξόδου. Ο λόγος είναι ο εξής: πρώτον, η Γαλλία απέκτησε δύναμη,
ενώ ο Κάρολος ο Δεύτερος της Αγγλίας είχε γαλλικές καταβολές (
εκεί είχε εξοριστεί). Επιπλέον, οι μπότες ήταν κατάλοιπα του
Εμφύλιου Πολέμου της Αγγλίας και έτσι έφυγαν από τη μόδα – τις
φορούσαν πια μόνο στην ιππασία. Ο Κάρολος ο Δεύτερος είχε ζήσει
μεγάλο μέρος της ζωής του στη Γαλλία και έγινε βασιλιάς της
Αγγλίας στα τριάντα του. Το γούστο του λοιπόν ήταν γαλλικό.
Από
το 1660 και για δέκα χρόνια περίπου ήταν στη μόδα οι cannons ,
δηλαδή οι διακοσμητικές μπορντούρες που έμπαιναν κάτω από το
γόνατο στα παντελόνια της ιππασίας. Φορούσαν παπούτσια που τα
διακοσμούσαν με μεγάλους φιόγκους από κορδέλες που είτε ταίριαζαν
είτε δημιουργούσαν αντίθεση με το χρώμα του παπουτσιού. Οι
καλτσοδέτες δένονταν με υφασμάτινους φιόγκους πάνω στο γόνατο. Τα
χρώματα που συνήθως προτιμούσαν οι άνδρες το 1660 ήταν το καφέ και
το μαύρο. Οι κόκκινες σόλες και τα τακούνια- μια μόδα της γαλλικής
αυλής- υιοθετήθηκαν και από τους Άγγλους. Στις αυλές φορούσαν
λευκά δέρματα, ενώ χρησιμοποιούσαν και βακέτες ή σουέτ. Οι μύτες
των παπουτσιών ήταν μακριές και τετράγωνες, μερικές φορές και
μυτερές, και προεξείχαν από τις σόλες.
Το 1676 οι μύτες
άρχισαν να κλείνουν, ώσπου τελικά απέκτησαν ένα καμπυλωτό και
κλασικό σχήμα. Τη δεκαετία του ’80 ήταν αρκετά στενές, αλλά
άρχισαν να ανοίγουν και πάλι το 1690. Γύρω στο 1710 ήταν στη μόδα
οι φαρδιές, τετράγωνες και θολωτές μύτες, τα μεσαία τακούνια και
οι ψηλές γλώσσες.
Τα τακούνια των ανδρών και των γυναικών ήταν
ίδια για μεγάλο χρονικό διάστημα, κατασκευάζονταν από ξύλο και
καλύπτονταν με δέρμα που είτε ταίριαζε είτε δημιουργούσε αντίθεση
με το παπούτσι. Οι άνδρες φορούσαν ως επί το πλείστον ενισχυμένα
τακούνια, ενώ οι μπότες της ιππασίας είχαν χοντρά τακούνια. Μέχρι
το 1700 τα τακούνια ήταν αρκετά λεπτά, αλλά το 1710 τα παπούτσια
με τις τετράγωνες θολωτές μύτες απέκτησαν ογκώδη τακούνια για να
ισορροπούν, που προεξείχαν από τη σόλα και ήταν κούφια στο κέντρο
για να είναι ανάλαφρα.
Τα δετά παπούτσια που φοριόνταν ήδη από
το πρώτο μισό του αιώνα έγιναν πιο κλειστά στο πλάι. Άλλαξαν
επίσης και τα κορδόνια. Το 1660-70 υπήρχαν , όπως είπαμε,
πολλαπλές κορδέλες οι οποίες έμοιαζαν με χαλαρούς φιόγκους αλλά
και μερικοί φιόγκοι-πεταλούδες, που αντικαταστάθηκαν από σκληρούς
, επίσημους και φαρδιούς φιόγκους. Οι πρώτες αγκράφες για
παπούτσια εμφανίστηκαν τη δεκαετία του ’60 και ήταν μικρές,
στενόμακρες και οβάλ, διακοσμημένες με πέτρες ή γυαλί. Αλλά
χρειάστηκε να περάσει λίγος καιρός για να γίνουν αποδεκτές. Στην
αρχή τα παπούτσια δένονταν με μια αγκράφα που είχε ένα κουμπί το
οποίο κούμπωνε σε μια τρύπα στο κορδόνι. Τα υπόλοιπα λουριά
άρχισαν να στενεύουν και οι αγκράφες που είχαν μόνο ένα καρφί
έμπαιναν συνηθέστερα στο πλάι παρά μπροστά. Από την αρχή, οι
αγκράφες θεωρούνταν κοσμήματα και μεταφέρονταν από το ένα παπούτσι
στο άλλο. Μερικές φορές φορούσαν και αγκράφες και κορδέλες. Από το
1710 και μετά οι μεγαλύτερες αγκράφες ήταν πιο κατάλληλες για τα
πιο βαριά παπούτσια, που είχαν φαρδύτερα λουριά ανάλογου μήκους,
με διαφορετικά κουμπώματα. Αυτή την περίοδο οι αγκράφες ή οι
δαντέλες τοποθετούνταν ψηλά στο κουντεπιέ , ενώ η γλώσσα του
παπουτσιού εξείχε από πάνω.
Από το 1660 έως το 1680 η γλώσσα
ήταν μαλακή και μπορούσε να διπλωθεί, αλλά από το 1690 και μετά
ήταν επενδυμένη με μια φόδρα που την έκανε πιο σκληρή. Οι γλώσσες
είχαν φανταιζί σχήματα, όπως προανέφερα, και οι φόδρες που έκαναν
αντίθεση έμοιαζαν με τόξα Τα μαύρα ανδρικά παπούτσια ήταν
επενδυμένα συνήθως με κόκκινες φόδρες και είχαν κόκκινα τακούνια
με κόκκινα τελειώματα. Αυτά τα παπούτσια φοριόνταν σε επίσημες
εκδηλώσεις της αυλής το 1680. Μέσα στο σπίτι φορούσαν παντόφλες,
ανοιχτές στις φτέρνες και χαμηλοτάκουνες. Υπήρχε μεγάλη ποικιλία
στα χρώματα και τα υλικά- συνήθως φτιάχνονταν από μπροκάρ ή μετάξι
και είχαν κεντήματα. Τις φορούσαν εξίσου άνδρες και γυναίκες.