1600-1700
Γυναικεία
παπούτσια και είδη υπόδησης
17ος αιώνας
Τη
δεκαετία του ’60 οι γυναίκες άρχισαν να ενδιαφέρονται για τα
υποδήματα και δεν ανέχονταν πλέον να φορούν τα ίδια παπούτσια με
τους άνδρες. Εμφανίστηκε μεγάλη ποικιλία από έξοχα κεντημένα
παπούτσια που φτιάχνονταν από μετάξι, μπροκάρ ή βελούδο και
στολίζονταν με δαντέλα , η οποία έπεφτε σαν φραμπαλάς πάνω στο
πόδι. Αυτά τα παπούτσια ήταν ψηλά και στενά ,όπως και τα καπέλα.
Έτσι τα δύο άκρα του σώματος, τα πόδια και το κεφάλι, ήταν ίδια..
Ενώ τα ανδρικά παπούτσια ήταν ως επί το πλείστον δερμάτινα, τα
γυναικεία κατασκευάζονταν κυρίως από μπροκάρ, σατέν ή κεντητά
υφάσματα ( μεταξωτά τις περισσότερες φορές) και είχαν χρώμα λευκό,
κίτρινο, μπεζ, μπλε, πράσινο και βιολετί. Χρησιμοποιούσαν
διακοσμητικές κορδέλες που ράβονταν πάνω στο ύφασμα, δημιουργώντας
ριγέ σχέδια. Τα περισσότερα παπούτσια διακοσμούνταν με ροζέτες,
κορδέλες, δαντέλες ή σπειροειδή δέρματα και ήταν κλειστά στο πλάι.
Ένα ευδιάκριτο χαρακτηριστικό των γυναικείων παπουτσιών που υπήρχε
ήδη από το 1640 έως το 1760 ήταν το λευκό τους τελείωμα ,
φτιαγμένο από κατσικίσιο δέρμα, που προσαρμοζόταν πάνω στη
σόλα.
Παρόλο που οι γυναίκες φορούσαν ακόμα και μέχρι το 1680
παπούτσια με τετράγωνες μύτες, το σχήμα του κουντεπιέ άρχισε να
διαφοροποιείται από αυτό των ανδρών. Οι πρώτες μύτες εμφανίστηκαν
το 1660 και τις επόμενες δεκαετίες υιοθετήθηκε ένα πιο κομψό
σχήμα. Το 1690 οι μύτες των παπουτσιών ήταν αρκετά χωστές, αλλά
σταδιακά αντικαταστήθηκαν από πιο μυτερές. Τα τακούνια ήταν ψηλά
συνήθως έκαναν μια καμπύλη πίσω. Λεπτομέρειες , όπως μια
φανταχτερή γλώσσα, δε φαίνονταν κάτω από τις μακριές φούστες, αλλά
πολλές κυρίες φορούσαν στο πάνω μέρος του παπουτσιού τοξοειδείς ή
ζιγκ-ζαγκ φιόγκους. Μέσα στο σπίτι σε επίσημες περιπτώσεις ο
γυναίκες φορούσαν παντόφλες, ανοιχτές στις φτέρνες, όπως και οι
άνδρες. Αυτές οι παντόφλές τις περισσότερες φορές ήταν κεντημένες.
Σώζεται μάλιστα ένα εξαιρετικό δείγμα από βαθύ κόκκινο βελούδο ,
κεντημένο με μεταλλικές κλωστές.
Για προστασία, φορούσαν
τσόκαρα και ξυλοπάπουτσα. Το τσόκαρο ήταν μια μικρή ξύλινη σφήνα
που προσαρμοζόταν κάτω από την καμάρα του παπουτσιού, καλυπτόταν
με σκληρό ύφασμα που έμπαινε κάτω από την μπάλα του ποδιού και το
κουντεπιέ και είχε και μια υποδοχή για το τακούνι. Από κάτω υπήρχε
μια επίπεδη σόλα που δεν άφηνε το τακούνι να χωθεί βαθιά όταν το
έδαφος ήταν μαλακό. Η πιο πρακτική του εκδοχή ήταν οι δερμάτινές
γαλότσες που έδεναν με δερμάτινα κορδόνια, αλλά οι περισσότερες
γυναίκες προτιμούσαν τα δερμάτινα κορδόνια που ήταν ντυμένα με
μπροκάρ ύφασμα , όπως και τα παπούτσια
Τα ξυλοπάπουτσα ήταν
εξίσου μεγάλα και επιπροσθέτως είχαν από κάτω έναν σιδερένιο κρίκο
ή μια τετραπλή λοβωτή στεφάνη για να δίνουν περισσότερο ύψος . Οι
γυναίκες συνέχισαν να φορούν μπότες στην ιππασία και υιοθέτησαν
μάλιστα για αυτό το σκοπό ένα ένδυμα που ήταν ίδιο με αυτά που
φορούσαν οι άνδρες όταν ίππευαν, μόνο που εκείνες το συνδύαζαν με
φούστες.
|
|