1600-1650
Ανδρικά
Παπούτσια και είδη υπόδησης
17ος αιώνας
Οι μπότες
ήταν πολύ της μόδας στην αγγλική αυλή την περίοδο του Καρόλου του
πρώτου. Ο Κάρολος είχε μάλλον ραχίτιδα, όταν ήταν μικρός και
υπήρχε ο φόβος ότι δε θα μπορέσει να περπατήσει χωρίς τη βοήθεια
μεταλλικού ποδιού. Αλλά ένας υποδηματοποιός σχεδίασε ειδικά γι’
αυτόν κάτι μπότες που είχαν κρυφά, μεταλλικά υποστηρίγματα στον
αστράγαλο και στις φτέρνες. Παρόλο που αργότερα μπορούσε να
περπατήσει χωρίς τα υποστηρίγματα , όταν έγινε βασιλιάς , οι
μπότες ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ανδρικής γκαρνταρόμπας . Τις
φορούσαν όλες οι κοινωνικές τάξεις, πάνω από τα παντελόνια ή τις
κιλότες της ιππασίας. Κατασκευάζονταν από μαλακό δέρμα που το
εισήγαγαν από την Κόρδοβα και αγκάλιαζαν το πόδι. Ένα μεγάλο
κομμάτι δέρματος στο σχήμα της πεταλούδας ( δέρματα για σπιρούνια)
ήταν ραμμένο στο κουτουπιέ για να συγκρατεί τους αγκαθωτούς
τροχίσκους των σπιρουνιών.
Οι μπότες που φτιάχνονταν από δέρμα
βουβαλιού ( βακέτα) ήταν λιγότερο εκκεντρικές, πιο βαριές και πιο
ανθεκτικές. Οι γκέτες με τα δαντελωτά τελειώματα που φορούσαν μέσα
από τις μπότες συνήθως ήταν από λίνο ύφασμα και προστάτευαν τις
κομψές μεταξωτές κάλτσες , ώστε να μη λερώνονται από το δέρμα. Ήδη
από το 1627 οι κύριοι φορούσαν ανοιχτόχρωμες μπότες με κόκκινα
τακούνια , ενώ και οι άκρες της σόλας ήταν βαμμένες κόκκινες. Τα
κόκκινα τακούνια ήταν εξαιρετικά δημοφιλή στους αριστοκράτες και
στην αυλή τη δεκαετία του’30 και παρέμειναν στη μόδα μέχρι και τον
18ο αιώνα. Το 1630 χρησιμοποιούσαν μια πρόσθετη, προστατευτική
σόλα, η γαλότσα, από χοντρό δέρμα ή ξύλο για να προστατεύουν τις
μπότες και τα παπούτσια από τη σκόνη των δρόμων. Τα παπούτσια, που
αυτή την εποχή δεν τα προτιμούσαν οι ευγενείς, έφταναν έως τον
αστράγαλο, ήταν ανοιχτά στα πλάγια και έκλειναν με σατέν κορδέλες.
Τα τακούνια τοποθετούνταν κάτω από το κουντεπιέ, είχαν περίπου δύο
ίντσες ύψος και καλύπτονταν από δέρμα που είτε είχε το ίδιο χρώμα
με το παπούτσι είτε διαφορετικό, δημιουργώντας έτσι αντίθεση. Οι
πλαϊνές ραφές μίκρυναν αλλά τα ψίδια καταργήθηκαν αφήνοντας ένα
οβάλ άνοιγμα , μικρό για τα πιο πρακτικά παπούτσια και πολύ μεγάλο
για τα επίσημα. Τα παπούτσια ήταν ανοιχτόχρωμα ( ιδίως λευκά), ενώ
τις μπότες , εκτός από αυτές που ήταν ντυμένες με άσπρο ύφασμα,
τις προτιμούσαν σε σκούρο καφέ, καστανό ή μαύρο χρώμα.
Τα
παπούτσια ήταν κυρίως δερμάτινα, φτιάχνονταν από μαλακό δέρμα, ενώ
οι παντόφλες για το σπίτι ήταν από μετάξι. Το μπροστινό μέρος του
παπουτσιού ήταν τετράγωνο ήδη από το 1610-20 – αυτό το σχήμα θα
κυριαρχήσει όλη αυτή την περίοδο. Ενώ οι αριστοκράτες προτιμούσαν
τα ανάλαφρα, ψηλοτάκουνα παπούτσια και τις μπότες, η εργατική τάξη
φορούσε πιο πρακτικά και φτηνά παπούτσια , που είχαν χαμηλά
τακούνια. Αυτά τα παπούτσια είχαν σκούρο καφέ χρώμα, δερμάτινα
κορδόνια, σκουρόχρωμες τετράγωνες μύτες και ήταν κλειστά στο πλάι.
Τα δαντελένια κορδόνια που είχαν τα παπούτσια της ανώτερης
τάξης φτιάχνονταν από τις κορδέλες που αναφέραμε -συχνά αυτές οι
κορδέλες εξελίσσονταν σε περίτεχνα, δαντελένια τριαντάφυλλα- και
επιπλέον στολίζονταν με πέρλες και πούλιες. Πολλές φορές αυτά τα
τριαντάφυλλα ήταν τόσο μεγάλα που φαίνονταν αστεία. Πέρα από τα
τριαντάφυλλα, και τα παπούτσια πολλές φορές φτιάχνονταν από
δαντέλα, ήταν ανοιχτά και διακοσμούνταν με κεντητά λουλούδια. Το
1630 τα τριαντάφυλλα δε στολίζονταν πλέον με πούλιες, αλλά
κατασκευάζονταν από μάλλινα υφάσματα, κυρίως μεταξωτά, κι όχι από
δαντέλες.